Ζ Τομή Ανήριθμον Γελασμα

 
 
 
 
Ζήτα
 
Δίπλα ο παρακείμενος, μπροστά ο παρατατικός αόριστος και πίσω ο μέλλων συντελεσμένος. Ο ενεστώς στις μέρες μας δεν ευρισκόταν το παρόν, κοντά σε κάποιον από τους άλλους χρόνους βρίσκετο.

Ήτανε τόσος ο χαμός και πάφτωχη απαντοσύνη, οι Αθηναίοι ‘ξασθενημένοι με τα εφήμερα έντομα και μιαν παράταιρη βιασύνη συχνά επρόδιδαν το φως.

Άλλα κορίτσια και άλλα αγόρια και τα περίχλωμά τους νιάτα δεν αντιστάθηκαν σθεντόρεια δεν επαρέμειναν δροσάτα δεν εσεργιάνισαν καπρίτσια

πλάι σε καντήλι σβήσαν σβήσαν και τα θλιμέν’ άδολα μάτια. Όρκους οι μάνες όρκους δίναν κι οι πατεράδες στα κομμάτια.

Στο λόφο μένουν οι πτωχοί και οι εμπόροι στη λεκάνη κάποια καλή γριά βροχή αρκεί τα γίβεντα απ’ το παραχώρι να κουβαλήσει ωστήν αυλή να τα παντρέψει με το ζόρι με το βραχνό το ριζικό άλλοτε σ’ έπαιρναν σουλτάνοι

λόγο το λόγο την κουβέντα με τα κοπάδια των Αυγείω κάθε που φύτρωνε στο βράχο αρισμαρί θυμάρι μέντα μέσα στη λάσπη

τ’ αργυρό στεφάνι του ονειροκρίτη το κελαρύζει το νερό το ζευγαρίζει τ’ όνειρο αγάλι δρέπουν τ’ ορφανοί Ζέφυρος το λιχνίζει.

Στο χώμα στύφτηκε το κλέος με τ’ άνθη απ’ τις μαραμένες κλίνες μάλλον συχνά παρά πως όχι πίπτει ακούσια σαν πτώμα

βαστά σφιχτά ‘πολιθωμένη πυγμή απόκομμα μαντήλι με τ’ αρχικά της κεντημένα

άλφ’ αρετή ανδρειωμένη άλφ’ Αλεξάνδρει’ απολύει άλφ’ ανυπόταχτος ακόμη άλφ’ αγαθή απάτη Άρνη.

Βουβάθηκαν οι κάνες των δε σπαθιών οι λόγχες σωπαίνουν στα θηκάρια αλλοτινή στη μάχη δόξα οι κόψες τους κομίσαν σ’ αντρειωμένες χείρες από τα παλληκάρια μα

κείνα δα τα έπη γινήκαν παραμύθι στα σχολικά τραγούδια και γερασμένα έτη να δουν τι δεν επρόλαβον, επιτηδείως έπεσαν στην πένα δικολάβων.

Μάρμαρο έκλαμπρο κότινος άγιας Παλλάδος άγημα ίκτερος ήλιος παύση τιμήματα γλώσσα κουβάρι δημόδοκος χρύσ’ ανομήματα γόνατο άθροιση πύλη λαμπαδηδρομία

κάτι στεγνά στραγγιγμένα χάλκιν’ ασάλευτα νέφη στα μελανά μουδιασμένα ξύλιν’ απόμαχα βάθη κάτι μια μάνα επίμονα στα ανυπόδητα γνέφει τα ανυπάκουα με τα γυμνά αχαμνά πιτσιρίκια.

Κάθε ανδρόγυνο πάει το δείλι πλαγιάζει, οι εραστές που δεν εύρισκαν άδολη άνοιξη ατόφια, σύντομα ερήμωσαν άφωτοι χωματοδρόμοι

την γειτονιά ανακτούν τότε άγονοι σκύλοι όλη τη νύχτα μυρίζουν μυρίζει τ’ αγιάζι μέσα στις κάμαρες ύπνοι βαρείς και ακόμη μια θεά στη γωνιά κρητικιά ανασαίνει φως απ’ το φως της θαρρείς και την μέρα που δήλοι.

Τη νύχτα το μικρό φεγγάρι δε φωτίζει, έχει στραμμένη τη ματιά του κάπ’ αλλού κάποια κοσμογονία συγυρίζει στα βύθη αδιόρατου γιαλού.

Αργοχαράζει η αυγή στη μακρινή αντιδύση το βλέμμα στρέφουμε κι εμείς στο νέο ηλιοφώς και ναυτικοί και στεριανοί και όσοι κάθε μέρα για άδηλο τι κι αδόκητο έχουμε πολεμήσει.

Στον ποιητή Πορφύρα