Θ Τομή Ανήριθμον Γέλασμα

 
 
 
 
Θήτα
 

Οι βασιλείς που επλάγχθησαν σε μήκη και σε πλάτη, του Πρίαμου τον οδυρμό της θάλασσας τ’ αλάτι βρήκαν σε ξέστρατο γυμνό και πέλαγο παλάτι.

Θέλγητρα αναλλοίωτα ησσόνων θεατρίδων τέκνων του κρείσσονος θεού δια βίου παλλακίδων τυχόν θεάρεστων θυτών ανάκτων πεπονθόντων πάθη αδήριτα.

Η θάλασσα καμώνεται πως νοιάζεται σαν μπαίνει Άνοιξη.

Κάτω απ’ τα απόκρημνα υψίπεδα αιώνων ποντίων τε κυμάτων ανήριθμον γέλασμα αντιποιείται τις γαλανές ημέρες με προσμονή γαλήνια να γευτεί το λάδι των χθονίων κορμών.

Εφήμερο μύρο του αγιατρεύτου δέρατος.

Αν έχει μνήμη ο ωκεανός να ρωτηθεί ο ναυτικός.

Γιομάτα της θάλασσας με το δόρυ του θεού τα στήθη αναπαμό έχουν κάνει το μυστικό βυθό και ξέγνοιαστα αποτέθηκαν εκεί τα τέκνα της παγκαίας.

Με καρφωμένο βλέμμα, κάτοπτρο δίχως τη μνήμη που υποτακτικά απόλλυται είτ’ από πλάνη κι άλλοτε με φοβέρα.

Απόηχος πλανάται απ’ το σκαλί του γλάρου κι από το στόμα της μανάδων μια ευχή κρεμάται, λες και κατάρα: Καλό Ταξίδι.

Κάτι σκέπτεται το πέλαγο, είναι ο νους του στο φευγιό. Ο βραχυπρόθεσμος επισκέπτης μόλις έφτασε.

Δεν το μολογά μα δεν κρατεί και πρόσχημα.

Αγρυπνά στην κουπαστή του εξώστη με ορατή ανάσα μέσ’ στην άχλη.

Τρέφεται με το σίδερο της αναχώρησης, το λαχταρά η καρδία του.

Ακροτελεύτια κύματα, αφρόκομα συνθήματα, στις χρησμοφόρες τις ακτές που αντηχούνε προσευχές παρήλθε νύχτα μαζί και τα φιλιά που αντηλλάγησαν.

Ηώς πιασμένη με τελευταίον άστρο κι ανεβαίνει.

Αργέστης οργώνει πέλαγο.

Σαλπίσματα ηχούν οι Τροίες της αντίπερα.

Βρέφη μασούν θηλές μανάδων με βλέμμα πιασμένο από τα τείχη και πέρα Υπερίονος πνο’ ίστια διακορεύει.

Μαύρα πανιά πιαστήκαν στο λιμάνι, σκέψεις σφιχτές βυθίστηκαν του νου.

Το πέλαγο που ήξευρα ανεγάλη.

Τη θάλασσά μου θα δεχτώ στην ανοικτή αναγκάλη.

Μούσα και βρίσκεσαι εδώ λέξη στα χείλη μου κρατώ και περιμένω το φιλί κελαριστό νερό. Κρασί στόμ’ από στόμα.

Μέσα σε όστρακο βουβά τρυπώνει κόκκος άμμου και τρέφεται κι εκτρέφεται από τη νέα μάνα.

Πάνω στη γλώσσα πιπιλά θαλασσινό γογγύλι.

Με ρεύματα μεσημβρινά, μ’ απάτητα κατάκρυμνα το γνέθει με χρυσάνθεμα νερά αλαβάστρινα.

Γοργόνες αγρυπνοφυλούν λιγνόφρυδο στολίδι και ποντοπόροι πειρατές, του Ποσειδώνα διάκονοι το τριπλολαχταρούν.

Συ στα χείλ’ έχεις σταφύλι το θαλασσινό γαρμπύλι.

Στο ρουθούνισμα του ταύρου αφανίζονται οι Μήλειοι.

Ορκισμένοι έποικοι κι αλαργινοί κουρσάροι, ποιος θα ρίξει ποιος θα πάρει το γλαυκό μαργαριτάρι.