Sun of gold – Inner Flame – Poems in English

title «Sun of gold», chapter «inner flame»

— Photo taken at Sahara Desert, Morocco 2009. Photographer Theo Stamatiades.
Δε θυμάμαι αν η ιδέα του ποιήματος αυτού είχε συλληφθεί πρωθύστερα (…«πρωθύστερα» τι οξύμωρη λέξη!), πάντως το ποίημα γεννήθηκε ένα χάραμα του 2001 στο φυλάκιο «Κορυφή» στη Σαμοθράκη. Εκεί εκτελούσα τακτικά καθήκοντα αρχιφύλακα και καθημερινά, στο μεσοδιάστημα όταν ξυπνούσα τους φαντάρους και περίμενα να σηκωθούν, έβρισκα ευκαιρία κι αφουγκραζόμουν τον αιθέρα και τη νέα πρωινή θάλασσα (το φυλάκιο είχε πανοραμική θέα 270 μοιρών προς τη Θάσο, την Ίμβρο και τη Λέσβο). Ήταν άνοιξη τότε. Εκεί είχε αποσπαστεί κι ένας λοχίας, που ήταν αγιογράφος και του είχε ανατεθεί (με τη δέουσα τιμητική) να αγιογραφήσει το μικρό ξωκλήσι του φυλακίου. Περνούσα αρκετή ώρα παρακολουθώντας τη διαδικασία της αγιογράφησης. Ήταν κι αυτό ένα συμπτωματικό στοιχείο που προσέδιδε στην ούτως ή άλλως κυρίαρχη μυσταγωγία του φυσικού περιβάλλοντος. Ακόμα και το αγώι της θητείας, ακόμα κι αυτό αρμονικά ενίσχυε την ποιητική διάθεση. Άλλωστε οι αναλυτές λένε, ότι η ποιητής πρέπει να έχει μια πληγή κρυμμένη, ακόμα κι αν χρειάζεται να την επινοήσει.

I don’t remember whether the original idea of the poem was conceived previously, nevertheless it was born on a break of day of 2001 at the “Hill Peak” military outpost in Samothrace Island, where I was frequently assigned for duty as a cadet second lieutenant for the Greek army. I had to wake up the soldiers daily and while I was waiting for them to report for duty I always took the chance to interact with the morning breeze and the new sea (the outpost had a 270 degrees panoramic view over the islands of Thasos, Imvros and Lesvos). It was spring time. A sergeant there who was a painter had an assignment to decorate the outposts’ small orthodox chapel. I was spending a lot of time observing the decoration procedure (paintings of saints and holy men). That coincidental element amplified the dominant mystery of the natural environment. Even the burden of the military service was going along with the poetic mood. As the analysts state, a poet must have a wound hidden underneath, even if one should be invented.

I guess it’s got something to do with the ways of adults. From the early light on, children used to sit on the pavement and ride wooden horses. The ways of the heart progressed; reckless and recently unreachable the game has become.
Words are the key to Fantasy. Fantasy is the key to the Heart. I recall the most beloved: a Dawn! See? I’ am, translating the break of day once again.
Is there a house wide enough such as the children’s eyes, to host a feast with friends and music?
A white sheet is wrapped around the legs; the edge is hidden in the tangle: a Dream!
A morning kiss and a wish for the day fair. A sun of gold shatters the air!

Tall RR – Inner Flame – Poems in English

title «Tall RR», chapter «inner flame»

— Photo taken at the monastery of Panagia Soumela, Turkey 2007. Photographer Theo Stamatiades.
Το «Ψηλό Ρω» είναι ένα παιχνιδιάρικο σουρεαλιστικό μικρό ποίημα. Γράφτηκε τέλος Δεκεμβρίου του 2000 στο στρατόπεδο της ΣΕΑΠ στο Ηράκλειο Κρήτης, που υπηρετούσα (κι ήμουν ακόμα «Άλφα»). Την πρώτη στροφή έγραψα σε sms μετά το σιωπητήριο κάτω από την κουβέρτα μη με αντιληφθεί ο θαλαμοφύλαξ. Τη δεύτερη σε κάποιο απ’ τα διαλείμματα των στρατιωτικών δραστηριοτήτων, που διδασκόταν η τέχνη του πολέμου. «…Α! χαρά μου που χωράς πάνω σ’ ένα μαξιλάρι.»… ένα χρόνο αργότερα απέκτησα τη μεγάλη μου κόρη.
ΥΓ. μου πήρε λίγο χρόνο να συνηθίσω την «Πλατυτέρα», που ο Θοδωρής επέλεξε για το ποίημα, μα δε θα μπορούσα πια να φανταστώ καλύτερη σύζευξη!

The “tall RR” (tall double R) is a playful surrealistic little poem written in late December 2000 in the military camp in Heraclion Crete, where I had spend a few months of my military service. The first verse was written under the blanket (in secrecy not to get caught) as a sms after the call for silence (and then was sent to K. for goodnight). Second verse was written during some class brake (I was taught the art of war you see…). “Ah! My dearly love, you fit on a pillow clean and tidy”… a year later my elder daughter was born.

Στέλνω ένα γλυκό φιλί σε μια μπάλα από καρότο με πορτοκαλί κουμπί στο ψηλό το Ρω, πάνω στα κατάδροσα που γλυστρά τα χιόνια, έρχονται Χριστούγεννα στα μικρά μπαλκόνια. Αγιομέλισσες κεντούν καμπαναριό από μέλι, τη φτωχή μου την καρδιά κάποιος αγαπά πιότερο γλυκά θαρρώ κι από χλωρό θυμάρι, Α! Χαρά μου, που χωράς πάνω σ’ ένα μαξιλάρι.

On a carrot ball I sent a kiss sweet reply, with an orange button pinned on the tall double R; sliding down cheerfully on the chilly snow; Christmas time to approach to our little porch!
Holy bees embroider a belfry made of honey. Someone loves my little heart sweeter than the lovely thyme. Ah! My dearly love, you fit on a pillow clean and tidy.

Fadeless color – Inner Flame – Poems in English

title «Fadeless colour», chapter «inner flame»

— Photo taken at Corfu, Greece 2006. Photographer Theo Stamatiades.
Η εκτυφλωτική εικόνα ρηχών αφρωδών κυμάτων, που έδραμαν κατά πάνω στο πρωινό φως της 10ης ήταν η αφορμή για το ποίημα «αμάραντο χρώμα». Με το συνδυασμό της όψης των ελαιώνων -αμφότερα χαρακτηριστικά στοιχεία της Κέρκυρας- και με αυτήν των χρυσοφόρων δημητριακών, προσδιορίζεται στην αρχή ο χώρος στον οποίο δρα ο ποιητής, που είναι το θέμα του γραπτού, θέμα που εμφανίζεται όχι σπάνια στο έργο μου. Ο άνθρωπος συνδέεται με την αταλάντευτη αποτελεσματικότητα του φυσικού περιβάλλοντος με τη -μοναδική ίσως- εξίσου «ηχηρή» έκφραση της παρουσίας του, το βρεφικό γέλιο. Το ποίημα μελετά τη θέση του ποιητή εντός των πραγμάτων, που τροφοδοτούν την έρευνά του και σκιαγραφεί την προσπάθειά του να αποδώσει τους συνειρμούς, που μπορεί να παράξει. Αναπόφευκτα καταλήγει στο ερώτημα του θανάτου και αποφασίζει –μάλλον, παρά κατανοεί- ότι η υπέρβασή του δεν είναι κάτι πραγματικό, αλλά ιδεατό και ότι ο ίδιος είναι ένας πόρος του γήινου οργανισμού, μέσω του οποίου, ως διαύλου, εκλύεται η ενέργεια του κόσμου με τρόπο αέναο, όπως η στιγμιαία αλλά αστείρευτη φαντασία των νεφών.

The dazzling lather shallow waves that drive against the white morning sunlight at 10 were the motive for the poem “fadeless color”. Combined with the image of olive fields -both recognizable Kerkyra’s characteristics- and that of golden grain fields, it sets the place in which a poet acts; the poet is –more often than not- a poem’s subject in my work. Man connects to the environment’s simple effectiveness with the –probably unique- qualified expression of his being, the baby’s laughter. The poem studies the poet’s relationship to the things that feed his research and outlines his effort to express the ideas that occur. Inevitably he stumbles upon the question about death and decides –rather than understands- that the transgression becomes in the ideal and not the material world; that he is a pore of the earth’s organism through which, like a tube, the energy of the cosmos is released in an eternal way, as with the instant but infinite imagination of the wind.

Fadeless colour of the rocks and the sea. Delicate laughter of a baby when it’s granny tickles it. June: vast expanses of waving gold wheat. January: howling olive fields bearing dark fruit. Morning waves reflect the undying white sunlight in coasts occupied by thick grain sand. Thousands tiny shiny precious stones, countless centuries, lay under the eternal wrestle of the enormous wind masses of Skiron the NW vs. Garbis the SW. Thoughts are rearranged as the horizon reigns ahead. Items of the past perish by the pen’s sharp edge. Pale new ideas pay allegiance against the rough white paper sheets! The psychology of poetry is not obvious nor a pretext. Sorrow rides a bright red shine and tills fertile hectares of green thought. Naked is the poet himself! Now a wolf, then a sheep. Everything is given and, at the same time, nothing at all. To outrun death one must be like a proud wild eagle king. In the fading cloudy sunset chariot riders sink into the silky imagination of the wind.

Fairy lady of spring – Inner Flame – Poems in English

Title «Fairy lady of spring», Chapter «Inner Flame»

— Photo taken at Eklisohori, Epirus, Greece 2004. Photographer Theo Stamatiades.
Πριν από αρκετό καιρό παρακολούθησα στην τηλεόραση ένα ντοκιμαντέρ σχετικά με την καθημερινότητα και την παράδοση των κατοίκων της Ηπείρου. Τότε ένας γέροντας ορεσίβιος διηγήθηκε ένα παραμύθι και το έκανε με τέτοιο τρόπο, που έμοιαζε με γεγονός. Μου κίνησε το ενδιαφέρον και κατέγραψα την ιστορία. Φοιτητής ακόμα θυμάμαι που την ταχυδρόμησα στη μέλλουσα γυναίκα μου την περίοδο των διακοπών. Μερικά χρόνια αργότερα έκαμα από την ιστορία ένα τραγουδιστό ποίημα και αυτή είναι η απόδοσή του στα Αγγλικά.

Many years ago I watched on the TV a documentary regarding daily living and tradition on the Greek highlands. Then an old man, a highlander, came to speak and he narrated a fairy tale, but did so in such a manner, that it seamed he was telling facts. I was so interested, that I wrote the story down. Still a student, I recall mailing it to my future wife while she was at home. Some years later I composed a sung poem out of it. Here’s the translation of the Greek poem in English.

A homeland legend says that on the first day of spring, fairies dance on plains and hills. Daughters breeding of June dance with grace and beauty to welcome the coming of May. Legend says that the man who snatches a fairy’s kerchief, grants the lady for himself. At dawn I’m hidden in the thicket waiting for them to show up. My heart shivers in the thought I may become a fairy’s man. Come my lady let’s rejoice together! Don’t be frightened, don’t run away. My flute sounds charming and sweet throughout the valley. A lady stands and looks at me and our eyes meet promisingly. She was caught like a bird in a trap and then quickly I snatched the kerchief from her hand! Come my fairy lady; let me ease your sorrow, far away from your gracious homeland, you get sad and cry. By the coming of next spring the fairy blossomed and when she kindly asked for it I gave the kerchief back. She rejoined the fairies dance, with laughter, cheers and joy; then the ladies stepped up and shortly got out of sight. Come my fairy lady like the gentle rain of spring, meet again with me next May and spend some time with me.